Estnisch-Griechisch Übersetzung für rootslane

  • Σουηδέζα
  • Σουηδή
  • ΣουηδόςΕίμαι Σουηδός κι έτσι ίσως να είμαι κάπως υποκειμενικός ως προς το ζήτημα αυτό, πιστεύω όμως ότι όλοι έχουμε έναν λόγο να αισθανόμαστε υπερήφανοι για όσα πετύχαμε αυτήν την περίοδο. Ma olen rootslane, seega olen ma võib-olla liiga subjektiivne selles küsimuses, kuid ma usun, et meil kõigil on põhjust olla uhke selle üle, mida me oleme saavutanud sel perioodil. Περάσαμε από μια κατάσταση όπου στην πραγματικότητα εργαζόμασταν για ολόκληρη τη ζωή μας σε μία άλλη όπου ένας Σουηδός που γεννιέται τώρα, μπορεί να περιμένει ότι θα εργάζεται μόνο τη μισή του ζωή. Oleme jõudnud olukorrast, kus me töötamise praktiliselt kogu oma elu olukorrani, kus praegu sündiv rootslane peab eeldatavalt töötama ainult poole oma elueast.
  • Σουηδέζος

Ähnliche Begriffe

Häufigste Anfragen

Beliebte Wörterbücher

Übersetzung.cc

Übersetzung.cc ist ein kostenloses Online Wörterbuch. Mehr als 14 Millionen Übersetzungen.

AGB   Datenschutz   Cookie   Kontakt

In EnglishEn españolPå svenskaSuomeksiEestikeelne

Mindmax
Quelle: Wiktionary.
Lizenz: Creative Commons Attribution-ShareAlike.
© 2004-2024 Übersetzung.cc